.............................................................πολιτιστικές σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

Ο Ορχάν Παμούκ, νομπελίστας συγγραφέας, μιλά για την επίσκεψή του στη χώρα μας

«Είμαι ένας πολιτισμικός κατάσκοπος»

pamuk-orxan.jpg


Ο Ορχάν Παμούκ, 63 ετών σήμερα, είναι νομπελίστας συγγραφέας, από την Τουρκία. Ζει ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη και Αμερική, όπου διδάσκει Λογοτεχνία στο Κολούμπια.
Ο Ορχάν Παμούκ είναι παλιός στο κουρμπέτι, για να μιλήσουμε και τη γλώσσα του. Ξέρει να ελίσσεται, χωρίς να χάνει την ειλικρίνεια και το γέλιο του, χάνοντας όμως κάτι από τον αυθορμητισμό του.
«Μετά το Νόμπελ (σ.σ. τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2006), ο ιδιωτικός βίος μου έπρεπε να διαχωριστεί πλήρως από τον δημόσιο, κυρίως όσον αφορά τις δηλώσεις μου» μας είπε στην κλειστή συνέντευξη Τύπου που δόθηκε για λίγους δημοσιογράφους, χθες το πρωί στο Μέγαρο Μουσικής.
Αφορμή για την επίσκεψή του στη χώρα μας αποτέλεσε η ελληνική έκδοση από την Ωκεανίδα (από την οποία κυκλοφορούν και τα άλλα δέκα βιβλία του - «δεν μου αρέσει ν’ αλλάζω εκδότες», όπως μας είπε) του τελευταίου έργου του, «Κάτι παράξενο στο νου μου» (κυκλοφόρησε την Τρίτη και εξαντλήθηκε μέσα στη μέρα. Ηδη κυκλοφορεί η 2η έκδοση).
Το βράδυ, επίσης στο Μέγαρο σε μια κατάμεστη αίθουσα 1.500 ατόμων, μίλησε αναλυτικά για το βιβλίο, που του πήρε έξι χρόνια για να το τελειώσει.
Για νουβέλα το ξεκίνησε. Το τελείωσε στις περίπου 700 σελίδες. Πάντα απολογείται για τα μακροσκελή μυθιστορήματά του: «Και ο Τζέιμς Τζόις μια νουβέλα ξεκίνησε να γράψει και παρέδωσε τον “Οδυσσέα”.
«Το ’52 που γεννήθηκα, στην Πόλη υπήρχαν ένα εκατομμύριο κάτοικοι» τονίζει 
ο Ορχάν Παμούκ, για τον τόπο όπου γεννήθηκε και ζει. | 
Ετσι κι εγώ με αυτό το βιβλίο. Ξεκινάς με μια ιδέα και σε οδηγούν οι λεπτομέρειες. Αυτές με παρέσυραν, με μάγεψαν. Δεν είμαι παρά ένας πολιτισμικός κατάσκοπος που κυκλοφορώ στην Κωνσταντινούπολη και ερευνώ διαρκώς» αυτοσαρκάζεται.
Αντίφαση και ηθική
Στο βιβλίο περιγράφει τη ζωή του Μεβλούτ, ενός μικροπωλητή μποζά, παραδοσιακού τουρκικού αναψυκτικού, ελαφρώς αλκοολούχου. «Ακόμη και σήμερα, που το αλκοόλ στην Τουρκία είναι ελεύθερο, πολλοί συνεχίζουν να αγοράζουν μποζά, γιατί τους αρέσει όχι μόνο η ιδιαίτερη γεύση του, αλλά κυρίως το τελετουργικό προετοιμασίας του» εξηγεί. Αυτή η τελετουργία μεταφέρεται στον χρόνο (το μυθιστόρημα εκτείνεται από το 1969 έως το 2012), αλλά και σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
«Αυτό είναι ο καπιταλισμός!» απαντά όταν τον ρωτάμε για το πέρασμα της Κωνσταντινούπολης στο σήμερα. «Είμαστε οι επιλογές μας - από το ποιον θα παντρευτούμε, ποιον δρόμο θα περπατήσουμε, με ποιο αστείο θα γελάσουμε. Ολα αυτά τα επιλέγουμε υπό το καθεστώς του καπιταλισμού, του οποίου τα αγαθά γευόμαστε. Και υπό αυτές τις συνθήκες προσπαθούμε να υπάρξουμε όσο πιο ανθρώπινοι και ηθικοί μπορούμε.
Αυτή την αντίφαση αναλύει στο έργο του ο Μπρεχτ, ένας συγγραφέας που με έχει έντονα επηρεάσει» μας λέει. «Ο ήρωάς μου, ο Μελβούτ, είναι καπιταλιστής, αν και ανήκει στην κατώτερη τάξη. Ωστόσο έχει μέσα του μια πιο ανθρώπινη ηθική, έχει την ιδιαίτερη ποιότητα του μποζά που πουλάει: είναι αισιόδοξος και χαμογελαστός, αλλά και μόνος στην εσωτερικότητά του» εξηγεί.

Η ελληνική έκδοση του «Κάτι παράξενο στο νου μου», από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, κυκλοφόρησε την Τρίτη και εξαντλήθηκε μέσα στη μέραΗ ελληνική έκδοση του «Κάτι παράξενο στο νου μου», από τις εκδόσεις Ωκεανίδα, κυκλοφόρησε την Τρίτη και εξαντλήθηκε μέσα στη μέρα | 
«Γεννήθηκα το 1952 και τους πρόλαβα όλους αυτούς τους μικροπωλητές. Ακόμη και το γιαούρτι τότε πωλούνταν χύμα, στον δρόμο. Φώναζαν την πραμάτεια τους και η μητέρα μου τους καλούσε στο σπίτι μας, όπου έβλεπαν πώς ζούσαν οι αστοί. Τώρα ήταν η σειρά μου να μπω στον κόσμο τους» εξομολογείται.
«Από τον Ζολά ώς τον Στάινμπεκ και τον Ντοστογιέφσκι, η κατώτερη τάξη παρουσιάζεται ως πρωταγωνιστής. Ωστόσο, όλοι τους χρειάζονται έναν “εκπρόσωπο” της μεσαίας τάξης, έναν διανοούμενο που θα έρθει σε επαφή μαζί της.
Στο “Κάτι παράξενο στο νου μου” θέλησα να αποφύγω αυτό τον ενδιάμεσο αστό, να μιλήσω κατευθείαν, μέσω του κεντρικού ήρωα Μεβλούτ, για τα πιο χαμηλά κοινωνικά στρώματα της Τουρκίας και πώς αυτά έζησαν τη μετάβαση από μια Κωνσταντινούπολη του ενός εκατομμυρίου στα δεκαπέντε που είναι σήμερα.
Γι’ αυτό μου πήρε έξι χρόνια να το τελειώσω. Θέλησα να περιγράψω όλες τις μικροαλλαγές που συνέβησαν. Εχω μια “τράπεζα” συνεντεύξεων με μικροπωλητές σαν τον Μεβλούτ. Τους έζησα, τους παρατήρησα. Εγώ, ένας αστός, από ανώτερη οικονομικά τάξη, με κοσμικές αξίες, προσπάθησα να ταυτιστώ με τον ήρωά μου, ηθικά και πνευματικά» μας είπε. «Δεν με πειράζει να μην αγαπήσουν οι αναγνώστες το βιβλίο μου, αρκεί να αγαπήσουν τον Μεβλούτ μου, τον ήρωά μου» εξομολογήθηκε.
Το βιβλίο είναι πράγματι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, από τα πιο «φεμινιστικά» του όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, ένα χρονικό με πολλές πολιτικές μεταφορές και κυρίως πολλά στοιχεία της καθημερινότητα του απλού Τούρκου στην Κωνσταντινούπολη τα τελευταία 40 χρόνια, που θυμίζουν κατά πολύ την Ελλάδα την αντίστοιχη περίοδο. «Εχω αποδεχτεί τον τίτλο “ο συγγραφέας της Ιστανμπούλ”» λέει «γιατί για την πόλη μου γράφω συνέχεια.
Ωστόσο ναι, ξέρω τους γείτονές μας. Ξέρω τους Ελληνες. Μόνο φέτος έχω έρθει ήδη τρεις φορές στη χώρα -μία στο Καστελόριζο, ήθελα να δω από κοντά αυτή την απομακρυσμένη άκρη της Ελλάδας- και μία στην Πελοπόννησο. Τούτη είναι η τρίτη και μόνη επίσημη».
Την ίδια στιγμή, όπως στα περισσότερα βιβλία του έτσι και στο τελευταίο τα αυτοβιογραφικά στοιχεία δεν λείπουν. Οπως και η άποψή του για τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. «Δεν επιθυμώ να γίνω νοσταλγικός. Δεν θέλω να κριτικάρω αρνητικά το νέο, προσδοκώντας την επιστροφή στο παλιό» εξηγεί. «Το ’52 που γεννήθηκα, στην Πόλη υπήρχαν ένα εκατομμύριο κάτοικοι.
Τώρα έχει γίνει σαν τη Νέα Υόρκη. Πολυπολιτισμική, γεμάτη καινούργιες μυρωδιές, γεμάτη ανθρώπους. Αναρωτιέμαι και ο ίδιος τι μέλλον μάς περιμένει με τον πληθυσμό να αυξάνεται με τέτοιους ρυθμούς. Την ίδια στιγμή, από τη μια υπάρχει η κοσμικότητα και από την άλλη έχουμε μια ισχυρή οθωμανική κυβέρνηση.
Αν σε όλα αυτά προσθέσεις και το διαδίκτυο, καταλαβαίνεις ότι η μοναξιά και η κάθε “παραξενιά” στον νου μας, αυτή που μου καταλόγιζαν ότι έχω από μικρός, είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί, αλλά και να προστατευτεί».
Η κουβέντα μεταφέρεται σε πιο άμεσα πολιτικά ζητήματα. Αν και ο ίδιος ο συγγραφέας -κυρίως μετά το 2005 που εξαιτίας δηλώσεών του υπέρ των Αρμενίων και των Κούρδων είχε προκαλέσει μεγάλες πολιτικές αντιδράσεις, βρέθηκε στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ακόμη και σήμερα κυκλοφορεί με σωματοφύλακα- έχει δηλώσει επανειλημμένως πως δεν κάνει πολιτικές δηλώσεις καθώς τον ενοχλεί να θεωρούν πως «αντιπροσωπεύει κάτι», χθες δεν μπόρεσε να τις αποφύγει.
Η ίδια η πολιτική πραγματικότητα στην Τουρκία αλλά και στην Ευρώπη είναι τόσο έντονη που δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά.
«Είμαι αυστηρά υπέρ της Ευρώπης» μάς απάντησε. «Πιστεύω πως είναι, ή μάλλον θα έπρεπε να είναι, η ήπειρος της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφότητας. Επειδή όμως ζω στην Κωνσταντινούπολη (σ.σ. ο ίδιος φυσικά την αποκαλεί Ιστανμπούλ, αν και σέβεται και στα γραπτά και στη ζωή του την ιστορία των Ελλήνων που πέρασαν από κει, από το Βυζάντιο έως σήμερα), θα μιλήσω ως Τούρκος που επιθυμεί διακαώς να μπει η χώρα του στην Ε.Ε.
Υπάρχουν βέβαια μεγάλα θέματα ανοιχτά στην Τουρκία, όπως η ανελευθερία του λόγου και η φίμωση του Τύπου. Κάθε αντικαθεστωτικό μέσο ενημέρωσης δέχεται σκληρή επίθεση από την κυβέρνηση. Καλός μου φίλος, διευθυντής εφημερίδας, είναι εδώ και δύο εβδομάδες στη φυλακή. Αν διαφωνείς μαζί τους, θα κάνουν ό,τι μπορούν για να σιωπήσεις. Θα σε τρομοκρατήσουν, θα σε χτυπήσουν, θα σε δικάσουν.
Αυτά με ενοχλούν πολύ περισσότερο από την προσπάθεια δημιουργίας ενός θεοκρατικού καθεστώτος, που φυσικά είναι ένα φαινόμενο εν εξελίξει» εξηγεί. Την ίδια στιγμή, η κριτική του προς την Ε.Ε. είναι ξεκάθαρη: «Αντί να δίνουν χρήματα στην Τουρκία για να την αναγκάσουν να γίνει το “φίλτρο” απόθεσης των προσφύγων που δεν θέλουν οι Ευρωπαίοι στις δικές τους χώρες, θα ήθελα η Ευρώπη να μας κάνει περισσότερη κριτική για την ελευθερία του λόγου και του Τύπου που δεν έχουμε. Από την άλλη, ο σημερινός Τούρκος είναι περήφανος και δυνατός και δεν χρειάζεται να μιμείται τους Ευρωπαίους» εξηγεί.
Προσεκτικές δηλώσεις
Στη Ρωσία αναφέρθηκε πολύ λίγο, χαρακτηρίζοντας ως «κάποια προβλήματα» τις τεταμένες σχέσεις των δύο χωρών. Ηταν αρκετά προσεκτικός στις δηλώσεις του, δεν χρησιμοποίησε ποτέ κανένα όνομα Τούρκου κυβερνητικού αξιωματούχου και μόλις αναφέρθηκε από συνάδελφο η λέξη Ερντογάν έπαψε να χαμογελάει και σταμάτησε τη συνέντευξη: «Τι πιστεύετε θα ένιωθε ο Ερντογάν αν διάβαζε το βιβλίο σας;» ρωτήθηκε.
«Θα το διάβαζε;» Τότε ο Παμούκ, ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ανοιχτός, αστειευόταν, γελούσε τρανταχτά και απαντούσε με σχετική άνεση, έκλεισε εντελώς, μας ευχαρίστησε και τέλος. Ισως δεν είναι τυχαίο πως στη βραδινή του ομιλία για πρώτη φορά ζήτησε να παρευρεθεί ο Τούρκος πρέσβης στην Ελλάδα, μαζί με τη μορφωτική ακόλουθο και ακόμη δέκα άτομα.
Μπορεί ο Ορχάν Παμούκ να μη μας αποκάλυψε ποιο ακριβώς είναι αυτό το «κάτι παράξενο στο νου του», αλλά το υποστήριξε με όλη του την παρουσία. Μας ταξίδεψε στις ανθρωπολογικές του μελέτες στην πόλη του, τη δική μας Πόλη, και δικαίωσε για ακόμη μία φορά τον χαρακτηρισμό που του αποδίδουν ως «μεταμοντέρνου» συγγραφέα.
Πέρα από αυτό, εμείς γνωρίσαμε και έναν πολύ ψηλό, πολύ έξυπνο και με μεγάλο σεβασμό στον λαό του αλλά και στους λογοτεχνικούς του ήρωες σύγχρονο διανοούμενο.
Βιογραφικό του συγγραφέα
Ο Ορχάν Παμούκ, 63 ετών σήμερα, είναι νομπελίστας συγγραφέας, από την Τουρκία. Ζει ανάμεσα σε Κωνσταντινούπολη και Αμερική, όπου διδάσκει Λογοτεχνία στο Κολούμπια. Σπούδασε για τρία χρόνια Αρχιτεκτονική, ήθελε να γίνει ζωγράφος, αλλά τελικά τον κέρδισε η συγγραφή.
Τον Οκτώβριο του 2012 τιμήθηκε από την υπουργό Πολιτισμού της Γαλλίας, Ολφί Φιλιπετί, με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από πενήντα γλώσσες. Το «Κάτι παράξενο στο νου μου» είναι το ενδέκατο μυθιστόρημά του (εκδ. Ωκεανίδα). Κυκλοφόρησε πρόσφατα και ήδη έχει κερδίσει ένα από τα σημαντικότερα τουρκικά βραβεία λογοτεχνίας, το «Erdal Oz».