.............................................................πολιτιστικές σελίδες του λογοτεχνικού περιοδικού ΥΦΟΣ *

Η Φωτό Μου
Ξεφυλλίζοντας... με τον Πάνο Αϊβαλή



"O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν᾽ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...". Γκαίτε.

ΥΦΟΣ

ΥΦΟΣ
.................................................................Η ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΥΦΟΣ πατήστε πάνω στο εικονίδιο

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ (1900-1971) “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”


Dionisis Vitsos
ΖΑΚΥΝΘΟΣ




«Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη
έπειτα έρχεται το αίμα
κι η δίψα για το αίμα.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ(1900-1971)
“ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Λονδίνο, μια "Μπλέ" επιγραφή στην 7 Sloane Avenue, στο σπίτι όπου έζησε ο Σεφέρης ως πρέσβης της Ελλάδος εκεί.]

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2017

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ & ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΟΥΛΟΥΡΑ

 Dionisis Vitsos
 ΖΑΚΥΝΘΟΣ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ & ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΚΟΥΛΟΥΡΑ

               «Αγαπητοί μου,
Έναν καιρό στη ζωή μου, τα Χριστούγεννα τα γιόρταζα… την Πρωτοχρονιά. Πώς; Ακολουθούσα κανένα δικό μου καλαντάρι (ημερολόγιο), ή είχα προσηλυτισθεί σε καμιά αίρεση; Τίποτ’ απ’ αυτά. Μόνο που τον καιρό εκείνο, νιόφερτος στην Αθήνα, φοιτητούδι, σχεδόν παιδί, δεν μπορούσα να καταλάβω Χριστούγεννα χωρίς… κουλούρα.

Στη Ζάκυνθο, βλέπετε, όπου είχα μεγαλώσει, την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, κόβουν με πομπή (τελετή) κάποια κουλούρα. Αντιστοιχεί με τη βασιλόπιτα που κόβουν εδώ την Πρωτοχρονιά -κομμάτι ονομαστικό για τον καθένα, φλουρί για τον τυχερό, και καθεξής, -αλλά δε μοιάζει και καθόλου. Άλλη πάστα, άλλη ζύμη, άλλη όψη, άλλη γεύση, άλλη μυρωδιά. Φανταστείτε ένα ωραίο ψωμί σιμιγδαλένιο, πιασμένο με λάδι, βαμμένο κίτρινο με ζαφουράνα, (κρόκο, σαφράν) σπαρμένο μέσα με σταφίδες άσπρες και μαύρες, με κουκουνάρια, πορτοκαλόφλουδες κι ένα σωρό μπαχαρικά, και με μια κρούστα όλο σουσάμι και πυκνά φυτεμένα καρύδια, κάποτε μάλιστα και πασπαλισμένη με ψιλή ζάχαρη χρωματιστή. Αυτή είναι η Ζακυνθινή κουλούρα. Πώς να καταλάβαινα Χριστούγεννα χωρίς το «κομμάτι μου» απ’ αυτήν; Και πού να ‘βρισκα τέτοιο πράμα εδώ, στο βραδινό τραπέζι της παραμονής;
– Χριστούγεννα αύριο, μου ‘λεγαν. Και του χρόνου!
– Πού είναι τα; Απαντούσα. Δεν τα βλέπω!…
Και δεν τα ‘βλεπα πραγματικώς. Ή, να πω καλύτερα, τα ‘βλεπα, αλλά με τη φαντασία μου, μακρινά, αμυδρά, νοσταλγικά, λυπημένα – τα ‘βλεπα εκεί κάτω, στην πατρίδα, στο πατρικό μου σπίτι, στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι με την κουλούρα στη μέση, με τους δικούς μου ολόγυρα και -αλίμονο!- με τη θέση μου σε μίαν άκρη αδειανή… Ήταν γιορτή αυτή για μένα; Αν δεν έκλαψαν τα μάτια μου, έκλαψε όμως η ψυχή μου, – ψυχή παιδιού που για πρώτη φορά ξενιτεύεται…
Συνέβαινε όμως να βγάζουν εκεί και το δικό μου το κομμάτι, -ε, φυσικά, τι κι αν έλειπα; Δεν είχα κιόλα πεθάνει!- και, μαζί μ’ ένα χριστόψωμο κι ένα τενεκεδένιο κουτί μαντολάτο, να μου το στέλνουν εδώ με κανένα επιβάτη ή με το ταχυδρομείο. Αλλά αργούσε. Δεν είχε εφευρεθεί, βλέπετε, ούτε εφευρέθηκε ακόμα και κανένας τηλέγραφος για δέματα. (Αχ, κι αυτός ο Έδισσον! Τι κάνει;…) Και το δέμα έφτανε μόλις την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Έτσι, με το κομμάτι εκείνο της κουλούρας, που το λάβαινα και το ‘τρωγα με τόση χαρά, με τόση συγκίνηση, με τόση αγάπη, έκανα κι εγώ τα Χριστούγεννά μου πρωτοχρονιάτικα.
Αυτό βάσταξε κάμποσα χρόνια. Είναι αλήθεια ότι και στην Αθήνα, αργότερα, γνωρίστηκα με ζακυθινά σπίτια που έκοβαν την παραμονή ζακυθινή κουλούρα και με προσκαλούσαν και μένα στην τελετή. Αλλά δεν ήταν το ίδιο! Εγώ ήθελα το κομμάτι μου από την κουλούρα του σπιτιού μας. Και πάλι περίμενα σαν και τι το δέμα που θα ξεκινούσε από κει πέρα μετά την παραμονή, για να το λάβω… κατόπιν εορτής.
Αλλά ήρθαν και Χριστούγεννα ή μάλλον Πρωτοχρονιά, που δεν έλαβα τίποτα. Στην πατρίδα είχε πεθάνει ο καημένος μου ο πατέρας. Ούτε εκείνο το χρόνο έκοψαν στο σπίτι μας κουλούρα, ούτε τον άλλον… Το πένθος, η απουσία μου ακόμα, το μεγάλωμα και το σκόρπισμα των παιδιών της, έκαμε τη μητέρα μου ν’ αφήσει, να ξεσυνηθίσει αυτό το χριστουγεννιάτικο έθιμο του τόπου, αταίριαστο πια σ’ ένα σπίτι χωρίς νοικοκύρη και χωρίς μικρά παιδιά. Τότε μάλιστα, για πολλά χρόνια, συνέβαινε το αντίθετο: εγώ έστελνα της μητέρας μου το κομμάτι της από τη βασιλόπιτα που έκοβα εδώ, στο σπίτι μου, για τα παιδιά μου. Και η μητέρα μου πάλι, θυμούμενη τα παιδικά της χρόνια στην Πόλη, όπου επίσης έκοβαν βασιλόπιτα, γιόρταζε στη Ζάκυνθο μια πολίτικη Πρωτοχρονιά… τα Θεοφάνεια.

[...] Γι’ αυτό κι ένας δικός μας ποιητής, ο Ανδρέας Μαρτζώκης, σε κάποιο σατιρικό ποίημά του, «Ζακυθινός Μνηστήρας», παρασταίνει ένα Ζακυθινό αρχοντόπουλο στην Ιθάκη -στην ομηρική Ιθάκη, επί Οδυσσέως- που για να συγκινήσει την Πηνελόπη, της προσφέρει… τ’ ωραίο χριστόψωμο που του είχε στείλει τα Χριστούγεννα η μητέρα του!

Αθήνα, 26 Δεκεμβρίου 1925
Σας ασπάζομαι
Φαίδων»

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, Περιοδικό "ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ", 1925

Δείτε περισσότερες αντιδράσε

Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α´, 1943-1959* Εκδόσεις Κίχλη

ΝΕΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ
ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ Α´, 1943-1959*

ΣΤΙΧΟΙ, 2
Στίχοι που κραυγάζουν
στίχοι που ορθώνονται τάχα σαν ξιφολόγχες
στίχοι που απειλούν την καθεστηκυία τάξη
και μέσα στους λίγους πόδες τους
κάνουν ή ανατρέπουν την επανάσταση,
άχρηστοι, ψεύτικοι, κομπαστικοί,
γιατί κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα
κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες.
(Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα –
ποιοι σκέφτονται τις μάζες;
Το πολύ μια λύτρωση ατομική, αν όχι ανάδειξη.)
Γι’ αυτό κι εγώ δε γράφω πια
για να προσφέρω χάρτινα ντουφέκια
όπλα από λόγια φλύαρα και κούφια.
Μόνο μιαν άκρη της αλήθειας να σηκώσω
να ρίξω λίγο φως στην πλαστογραφημένη μας ζωή.
Όσο μπορώ, κι όσο κρατήσω.
Αύγουστος 1957
Σελ.: 440 • Σχήμα: 14,2 x 21 εκ. • ISBN: 978-618-5004-62-0

* Το σύνολο του ποιητικού έργου του Τίτου Πατρίκιου θα κυκλοφορήσει σε δύο τόμους από τις Εκδόσεις Κίχλη.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Περιοδικό "Ιστορία της Τέχνης" τεύχος 6 - Καλοκαίρι 2017

   ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ  


Περιοδικό
Ιστορία της Τέχνης
τεύχος 6 - Καλοκαίρι 2017
περιοδική έκδοση
για την ιστορία και
τη θεωρία τς τέχνης

EDITORIAL #6


Εάν κάποιος επιχειρούσε να εντοπίσει από τη σκοπιά της ιστορίας της τέχνης τι σημαντικό συνέβη στην Ελλάδα τους τελευταίους μήνες, σίγουρα θα προσέκρουε στη documenta 14. H διεθνής έκθεση η οποία επαναλαμβάνεται κάθε πέντε χρόνια στο Κάσσελ αποφάσισε για την παρούσα διοργάνωση να «μάθει από την Αθήνα» (αν και οι υπεύθυνοι του θεσμού, Έλληνες και μη, έδωσαν την αναμενόμενη απάντηση: τελικώς δεν έμαθαν τίποτε), οργανώνοντας πρώτα μια σειρά δράσεων (κυρίως ομιλίες) και, τελικώς, εκθέτοντας έργα στην ελληνική πρωτεύουσα σε 40 επιλεγμένους χώρους.
Μια τέτοια παραδοχή εγείρει αμέσως ορισμένες αντιρρήσεις. Ό,τι συνδέεται (σημαντικό ή μη) από «ελληνική» άποψη, με την documenta 14, αφορά την πρωτεύουσα της Ελλάδας, όχι απαραιτήτως ολόκληρη τη χώρα. Ωστόσο, εδώ κομίζει κανείς γλαύκα εις Αθήνας (για να επιταθεί το λογοπαίγνιο με οπτικούς όρους: μια γλαυξ είναι το έμβλημα της documenta 14). Ίσως δεν έχει υπογραμμισθεί ιδιαίτερα αλλά η ιστορία της τέχνης είναι, εν πολλοίς, μια ιστορία όσων ‒περί τέχνης‒ συμβαίνουν μόνο στις μεγάλες πόλεις (συχνότατα στις πρωτεύουσες) -στη Φλωρεντία της Αναγέννησης, στη Ρώμη του μπαρόκ, στο Παρίσι του 19ουαιώνα, στη Νέα Υόρκη του μεταπολέμου. Αυτή την πραγματικότητα επιχείρησε εν μέρει να ανατρέψει το 1955 η επιλογή του Κάσελ, μιας πόλης 200.000 κατοίκων, ως έδρας της documenta. Από μιαν άλλη άποψη ωστόσο, αυτή η εποικοδομητική επιλογή μπορεί να ιδωθεί και ως μια παράδοξη αλληλουχία καταστροφών.
Εάν στο Μόναχο υλοποιήθηκε από τους εθνικοσοσιαλιστές η καταστροφή της πρωτοπορίας μέσω της πρώτης έκθεσης εκφυλισμένης τέχνης το 1937, ο βίαια ανεσταλμένος καλλιτεχνικός πειραματισμός επρόκειτο να αναγεννηθεί στο κατεστραμμένο από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων επαρχιακό Κάσελ: δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ίδρυση της documenta, που σύντομα επρόκειτο να αναδειχθεί σε παγκόσμιο βαρόμετρο των εξελίξεων της πλέον προηγμένης τέχνης της εποχής μας, εδράζεται στην παραδοχή μιας ενοχής και επιδιώκει μιαν ανάνηψη (ίσως τίποτε πιο φυσικό για μια χώρα προτεσταντών όπως η Γερμανία).
Έδρα της documenta αποτέλεσε το ανηλεώς βομβαρδισμένο Fridericianum. Το κτήριο οικοδομήθηκε ως ένα από τα πρώτα δημόσια μουσεία στην Ευρώπη από τον χωροδεσπότη (Landgraf) της Έσσης Φρειδερίκο Β′ (10 χρόνια πριν από τη γαλλική επανάσταση) με τα χρήματα που αποκόμισε από την πώληση περίπου 19.000 εσιανών (Hessiansμισθοφόρων στον βασιλέα της Αγγλίας. Οι μισθοφόροι ‒οι περισσότεροι άνεργοι και άκληροι, αρκετοί στρατολογημένοι διά της βίας‒ σφαγιάστηκαν στο όνομα της μεγάλης Βρετανίας στα εδάφη του Νέου Κόσμου καθώς χρησιμοποιήθηκαν, ατελέσφορα, για την καταστολή του αμερικανικού πολέμου της ανεξαρτησίας. Να ενταχθεί άραγε σε αυτή τη συλλογιστική του ολέθρου, η επιλογή της ημικατεστραμμένης από τη λεγόμενη «κρίση» Αθήνας, ως κεντρικού σημείου αναφοράς (για κάποιους βεβαίως μήνες) στον παγκόσμιο χάρτη της σύγχρονης τέχνης; Όποια απάντηση κι εάν δώσει κανείς σε αυτό το ερώτημα, υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε. Πέρα από το συμβολικό ενδιαφέρον του, το δίπολο ενοχή / ανάνηψη ‒ καταστροφή / ανοικοδόμηση, εδράζεται πάντοτε σε πραγματικές ιστορικές περιστάσεις.
Στη δεκαετία του 1950 η κατεστραμμένη Γερμανία όφειλε, για να επιβιώσει, να υποστηρίξει με κάθε τρόπο την ανοικοδόμησή της ως φιλελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος˙ σε αυτή την προοπτική εντάσσεται αναμφίβολα η ίδρυση της documenta. Στη δεκαετία μας, είναι άραγε από το ενοχικό καθεστώς του οικονομικού δημίου που επιχειρεί να ανανήψει η Γερμανία μέσω της αποδοχής της Ελλάδας ως ισότιμου, έστω πολιτιστικού, εταίρου στο περιβάλλον της εμφανώς πλέον κατεστραμμένης ευρωπαϊκής ιδέας (μιας και από τον καιρό του πάπα Πίου Β′ και του Pierfrancesco Giambullari, η ενωμένη Ευρώπη υπήρξε μόνο ως ιδέα, ποτέ ως πραγματικότητα); Η παρουσία για τα εγκαίνια στην Αθήνα του ανώτατου πολιτειακού εκπροσώπου της Γερμανίας μοιάζει να το υποδεικνύει.
Εάν αυτό είναι το ζητούμενο, δεν είναι βέβαιο ότι ο στόχος θα επιτευχθεί μέσω της documenta. Σίγουρο πάντως είναι ότι ούτε η Ἑλλάδα πρόκειται έτσι να ανακάμψει οικονομικά. Οι αμοιβές των νεαρών «επιτηρητών» (invigilators) μέσω εταιρείας ενοικίασης εργαζομένων για μερικούς μήνες ‒στο πλαίσιο μιας διοργάνωσης η οποία ενεργοποίησε μια άνευ προηγουμένου αντικαπιταλιστική ρητορική[1], υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων‒ και το συνάλλαγμα των κοσμοπολιτών οπαδών του πολιτιστικού τουρισμού δεν μπορούν βεβαίως ούτε να αυξήσουν την απασχόληση ούτε να αντιμετωπίσουν το δυσβάσταχτο ελληνικό χρέος, παρά τον ενθουσιασμό όσων, εντός και εκτός Ελλάδας, ασχολούνται επαγγελματικά με τη νέα «βιομηχανία της δημιουργικότητας», άξιο κληρονόμο της πολιτιστικής βιομηχανίας. Και φυσικά, ουδέποτε τέθηκε τέτοιος στόχος. Μήπως όμως η ελληνική, έστω, τέχνη θα προβληθεί μέσω, ας πούμε, της παρουσίας της συλλογής του ΕΜΣΤ στον κεντρικό εκθεσιακό χώρο του Κάσελ, το Fridericianum, από το καλοκαίρι 2017; O χρόνος θα το δείξει.
Όμως πέρα από όλα αυτά ‒ή μάλλον, μαζί με όλα αυτά‒ η documenta είναι μια έκθεση τέχνης. Η παρουσία της στην Αθήνα είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να δει κανείς επί τόπου (στο ΕΜΣΤ, στην ΑΣΚΤ, στο Μπενάκη της Πειραιώς, στο Ωδείο Αθηνών και αλλού) τι τάσεις υποστηρίζει σήμερα η documenta και πώς χαρτογραφεί την τέχνη αιχμής της εποχής μας˙ να κατανοήσει δηλαδή πώς συνδέονται σήμερα ‒ιστορικά‒ ο ανθρωπολογικός εξωτισμός με αναβιώσεις του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, οι επαναπροσεγγίσεις του ανθρώπινου σώματος με ορισμένες στοιχειώδεις εκδοχές της ζωγραφικής, η αφήγηση προσωπικών ιστοριών με τα διάσπαρτα υπολείμματα μιας τρέχουσας, καθημερινής δραστηριότητας -για να αναφερθούμε σε ορισμένες μόνο έννοιες που μοιάζει να βρίσκονται στον πυρήνα των εκθέσεων της documenta 14 στην Αθήνα. Μετά τα εγκαίνια της έκθεσης και του Κάσελ, το ζήτημα θα αντιμετωπισθεί εκτενέστερα μέσα από τις σελίδες του επόμενου τεύχους του περιοδικού.
Μα είναι άραγε δυνατόν τόσο πρόσφατες τάσεις να απασχολούν ένα περιοδικό ιστορίας της τέχνης; Είναι ένα ακόμη ερώτημα που μπορεί να εγερθεί πάραυτα, ειδικά στην Ελλάδα όπου, για πολλούς, η σύγχρονη τέχνη αποτελεί αντικείμενο της ‒δυστυχώς σήμερα σχεδόν ανύπαρκτης‒ τεχνοκριτικής, όχι της ιστορίας. Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα μπορούσαμε ίσως ‒καταληκτικά‒ να αναφερθούμε στην πρόσφατη, σχεδόν ταυτόχρονη, απώλεια τριών καλλιτεχνών που τυχαίνει να γεννήθηκαν στην Ελλάδα: του Δημήτρη Μυταρά (1934-2017), του Γιάννη Βαλαβανιδη (1939-2017) και του Γιάννη Κουνέλλη (1936-2017). Είναι αναμφίβολο ότι μόνο το έργο του τελευταίου έχει μελετηθεί συστηματικά στο πλαίσιο της ιστορίας της τέχνης. Και τούτο επειδή ο Γιάννης Κουνέλλης δραστηριοποιήθηκε κυρίως εκτός Ελλάδας σε ένα περιβάλλον όπου, εκτός των άλλων, η ιστορική αποτίμηση του σύγχρονου θεωρείται απολύτως θεμιτή. Δεν οφείλουμε άραγε να πράττουμε το ίδιο απέναντι σε όσους δημιουργούν σε μεγαλύτερη εγγύτητα με εμάς, όχι μόνο στον οικείο μας χρόνο αλλά και στον οικείο μας χώρο; Να αντιμετωπίζουμε, στο πεδίο της τέχνης, και το παρόν ως ιστορία: να τι έχουμε εντέλει να μάθουμε εμείς, εδώ, από την documenta.
Νίκος Δασκαλοθανάσης
[1] Για τις συνθήκες πρόσληψης και αμοιβής των εργαζομένων στη διοργάνωση της Αθήνας βλ. την καταγγελία της «Πρωτοβουλίας εργαζομένων στην documenta 14» στη διεύθυνσηhttp://tvxs.gr/news/ellada/kataggelia-ergazomenon-sti-documenta-14-learning-athens-onoma-kai-pragma?utm_source=FacebookE&utm_campaign=userBaseE&utm_medium=225848 (πρόσβαση: 21/4/2017). Για την απάντηση των υπεύθυνων της documenta 14 ‒που, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο δεν αντικρούει αλλά επί της ουσίας επιβεβαιώνει τις καταγγελίες των εργαζομένων‒ βλ. http://www.hitandrun.gr/ti-apanta-documenta-stis-katangelies-ergazomenon-gia-aparadektes-ergasiakes-sinthikes/ (πρόσβαση: 30/4/2017). Για την ανταπάντηση των εργαζομένων βλ. http://krisseis.blogspot.gr/2017/05/documenta-14.html(πρόσβαση: 14/5/2017).
για την αντιγραφή
Πόπη Βερνάρδου

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Ελένη Βακαλό «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»


ΠΟΙΗΣΗ

Ελένη Βακαλό «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»
[Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).]

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά
Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε
Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει
Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε
Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά
Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

___________
Πάνος Αϊβαλής Από τους ωραίους ανθρώπους, σεμνή, διακριτική και φιλική.... είχα την τύχη να την συναντήσω σε μια κλασική μονοκατοικία στα Πατήσια στα τέλη της δεκαετίας του '90. Για μια συνομιλία που κάναμε για το ραδιόφωνο....

Τζακ Κέρουακ, (12 Μαρτίου 1922 - 21 Οκτωβρίου 1969).

Μιχάλης Κιτσώνης
Τζακ Κέρουακ, (12 Μαρτίου 1922 - 21 Οκτωβρίου 1969).
"Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών. Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη… Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις. Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. 
Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες. Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ότι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν''.

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

ΑΠΟ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ και της ΝΟΡΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ με τον ΘΕΜΗ ΛΙΒΕΡΙΑΔΗ

 Dionisis Vitsos 
ΑΘΗΝΑ

«Να σου πω κάτι με τον Ξηροτύρη [ο μεγάλος παιδαγωγός και διευθυντής του Πειραματικού Θεσσαλονίκης Ιωάννης Ξηροτύρης]: 
Μια χρονιά, θυμάμαι, κάμναμε συνέχεια Σολωμό. Έναν χρόνο ολόκληρο ...Σολωμό, Σολωμό, Σολωμό... Τόλμησα, λοιπόν, εγώ που ήμουν τότε 15 χρονώ, να του πω ότι έγραψε και κάποιος Βάρναλης ένα ποίημα, που το λέμε «Οι σκλάβοι πολιορκημένοι» - όχι «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», το οποίο, είπα, είναι μάλλον καλύτερο... 
Μου λέει: "Εσύ τον ξέρεις τον Βάρναλη; Ε, ο ίδιος βάζει τον Σολωμό πολύ υψηλότερα από τον εαυτό του..."».
Και μου δείχνει την πόρτα "Πήγαινε έξω" »...

ΑΠΟ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ του ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ και της ΝΟΡΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ 
με τον ΘΕΜΗ ΛΙΒΕΡΙΑΔΗ
«Ενενήντα Επτά - To Περιοδικό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας 
Τεύχος 7ο»

[ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ απαντώντας σας σε ερώτηση τελειοφοίτων, πότε θα μπορέσει ο τόπος να γίνει σωστό κράτος: «Όταν στην κορυφή του κράτους βρεθεί ηγέτης με νοοτροπία αγρότη! 
Ο αγρότης που περιποιείται (το ποτίζει, σκαλίζει το χώμα στις ρίζες του, το ραντίζει, το κλαδεύει), όταν διαπιστώσει πως εξακολουθεί να αποδίδει μικρούς, ακατάλληλους καρπούς, το ξεριζώνει και φυτεύει άλλο στη θέση του. Πρώτα σκοτώνει το σάπιο, για να βάλει στη θέση του το υγιές.»]

[ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (1925-2005): Σημαντικός ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Γιατρός ακτινολόγος. Από τη Θεσσαλονίκη.]
[ΙΩΑΝΝΗΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗΣ (1900-2004): Μεγάλος Παιδαγωγός, διευθυντής του πειραματικού σχολείου του πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, μετά από την προτροπή του ιδρυτή του σχολείου Αλέξανδρου Δελμούζου. Καθηγητής στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης, στην έδρα της κοινωνιολογίας. Διδάκτορας της φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Μονάχου. Υπηρέτησε σε πολλά σχολεία της Ελλάδας σε μία εποχή που η ελληνική εκπαίδευση ταλανιζόταν από το λεγόμενο γλωσσικό ζήτημα, υπήρξε πάντα βαθιά συνειδητοποιημένος δημοτικιστής.
Συνέγραψε πολυάριθμα βιβλία και άρθρα. Τελευταίο του βιβλίο ήταν το «Μνήμες και παρατηρήσεις» (570 σελίδες), το οποίο συνέγραψε σε ηλικία 95 ετών. Πέθανε σε ηλικία 104 ετών. Από την Καστανιά Υπάτης.]


[ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ:
- ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
- Ο καθηγητές του Πειραματικού σχολείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τους απόφοιτους του 1942. Όρθιος τρίτος από δεξιά ο Μανόλης Αναγνωστάκης.]